βαθυλείμων

βᾰθῠ-λείμων, ον, gen. ονος,
A surrounded by rich meadows, πέτρα β., i.e. Cirrha, where the land was forbidden to be ploughed, Pi.P.10.15.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαθυλείμων — βαθύλειμος masc/fem/neut gen pl βαθύλειμος masc/fem nom/voc sg βαθυλείμων surrounded by rich meadows masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθυλείμονα — βαθύλειμος masc/fem acc sg βαθυλείμων surrounded by rich meadows neut nom/voc/acc pl βαθυλείμων surrounded by rich meadows masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθύλειμον — βαθύλειμος masc/fem acc sg βαθύλειμος neut nom/voc/acc sg βαθυλείμων surrounded by rich meadows masc/fem voc sg βαθυλείμων surrounded by rich meadows neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθύλειμος — βαθύλειμος, ον και βαθυλείμων, ον (Α) εκείνος που περιβάλλεται από πλούσια λιβάδια. [ΕΤΥΜΟΛ. < βαθύς + λειμών «λιβάδι»] …   Dictionary of Greek

  • λειμώνας — ο (AM λειμών, ῶνος) τόπος γεμάτος χλόη, κατάλληλος για βοσκή, λιβάδι, βοσκοτόπι («ἐν μαλακῷ λειμῶνι καὶ ἄνθεσιν ἐαρινοῑσι», Ησίοδ.) αρχ. 1. συνεκδ. κάθε λαμπρή και ανθηρή επιφάνεια 2. το γυναικείο αιδοίο 3. στον πληθ. οἱ λειμῶνες τα άνθη 4. φρ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.